Skip to content
Photo_1628770932586_Processed
ΜΕΘΟΔΟΙ ΑΝΤΙΣΥΛΛΗΨΗΣ

Με τον όρο αντισύλληψη εννοούμε το σύνολο των μεθόδων που μπορεί να χρησιμοποιεί ένα ζευγάρι προκειμένου να μην προκύψει μια ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη. Ο ρόλος του γυναικολόγου είναι πολύ σημαντικός, καθώς καλείται να ενημερώσει με κάθε λεπτομέρεια το ζευγάρι για όλους τους τρόπους αντισύλληψης και τις παραμέτρους τους, να προτείνει τον έναν ή τον άλλον τρόπο ανάλογα με την περίπτωση, ακόμα και να αποκλείσει συγκεκριμένες μεθόδους που μπορεί να βλάψουν την υγεία του ζευγαριού. Η αντισύλληψη μπορεί να επιτευχθεί με τις εξής μεθόδους την φυσική, την μηχανική, την ορμονική και την χειρουργική μέθοδο.

 

Η κάθε μέθοδος έχει ξεχωριστή αποτελεσματικότητα. Η αποτελεσματικότητα διακρίνεται σε θεωρητική και πραγματική. Ο διαχωρισμός αυτός έχει να κάνει με το κατά πόσο η μέθοδος εφαρμόζεται σωστά από τους χρήστες.

 

Η φυσική μέθοδος μπορεί να επιτευχθεί με την διακοπτόμενη συνουσία, πρόκειται για μία μέθοδο η οποία  βασίζεται στην έγκαιρη απομάκρυνση του ανδρικού μορίου από το γυναικείο,  ωστόσο δεν είναι εύκολα προβλέψιμη. Η αποτελεσματικότητα της μεθόδου δεν είναι υψηλή, ενώ δεν προφυλάσσει και από τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα. 

 
Η μέθοδος του ρυθμού έχει να κάνει με την αποφυγή σεξουαλικών επαφών όταν η γυναίκα βρίσκεται στις γόνιμες μέρες του κύκλου της. Και αυτός ο τρόπος είναι πολύ λίγο αποτελεσματικός, δεδομένου ότι ο κύκλος της γυναίκας πολλές φορές δεν είναι σταθερός, επομένως το ζευγάρι δεν μπορεί να υπολογίσει με ακρίβεια τις ημέρες αποχής. 
 
H μηχανική μέθοδος περιλαμβάνει τη χρήση προφυλακτικού και ενδομητρίων σπειραμάτων (σπιράλ). Το ανδρικό προφυλακτικόπρόκειται για την πιο συχνά χρησιμοποιούμενη μέθοδο αντισύλληψης παγκοσμίως. Έχει θεωρητική αποτελεσματικότητα 98% ενώ η πραγματική αποτελεσματικότητα αγγίζει το 85%. 
 
Τα ενδομήτρια σπειράματα είναι πολύ μικρά πλαστικά ή χάλκινα αντικείμενα που τοποθετούνται από τον γυναικολόγοεντός της μήτρας και παρουσιάζουν πολύ μεγάλο ποσοστό επιτυχίας, το οποίο υπερβαίνει το 97%. Δημιουργούν στην ενδομήτρια κοιλότητα μια άσηπτη φλεγμονή. Από τα λευκοκύτταρα που συσσωρεύονται λόγω της φλεγμονής αυτής, απελευθερώνονται τοξικές ουσίες που λειτουργούν «αμυντικά» απέναντι στα σπερματοζωάρια αλλά και το γονιμοποιημένο ωάριο. Σε αυτό ακριβώς το σημείο έγκειται η μεγάλη αποτελεσματικότητά τους. Τα ενδομήτρια σπειράματα έχουν χρόνο ζωής που φτάνει έως και τα 5 έτη.Στις μηχανικές μεθόδους αντισύλληψης εντάσσεται, επίσης, ο κολπικός δακτύλιος, ένας εύκαμπτος δακτύλιο που απελευθερώνει οιστρογόνο και προγεστερόνη, αναστέλλοντας έτσι την ωορρηξία και ως εκ τούτου τη γονιμοποίηση.

 

Η ορμονική μέθοδος σχετίζεται με τη λήψη αντισυλληπτικών χαπιών από τη γυναίκα μετά από υπόδειξη του γυναικολόγου της και μόνο αυτού.  Πρόκειται ουσιαστικά για ένα από του στόματος χορηγούμενο ορμονικό συνδυασμό οιστρογόνου και κάποιου προγεσταγόνου. Δρα μέσα από την αναστολή της ωορρηξίας και την μεταβολή της τραχηλικής βλέννας. Έχει υψηλή αποτελεσματικότητα σε θεωρητικό επίπεδο όμως στην πραγματικότητα επειδή πρέπει να λαμβάνεται με αυστηρά κριτήρια η πραγματική αποτελεσματικότητα μειώνεται.Παράλληλα, παρουσιάζουν μια σειρά από πρόσθετες ευεργετικές δράσεις: μειώνουν τον πόνο και την απώλεια αίματος της περιόδου, ρυθμίζουν τον κύκλο και μακροπρόθεσμα μπορούν να ελαττώσουν τους κινδύνους εμφάνισης καρκίνου του ενδομήτριου και των ωοθηκών. 

Τα περισσότερα αντισυλληπτικά που χρησιμοποιούνται σήμερα περιέχουν 21 χάπια. Η έναρξη της λήψης γίνετε την πρώτη ημέρα της περιόδου και τα χάπια λαμβάνονται καθημερινά για 21 ημέρες, με τη σειρά που καθορίζεται στη συσκευασία. Ακολουθεί διακοπή 7 ημερών, κατά τη διάρκεια της οποίας θα έχετε περίοδο και έναρξη της επόμενης συσκευασίας την 8η ημέρα, ανεξάρτητα από τον αν έχει σταματήσει ή όχι η περίοδος. Στα αντισυλληπτικά που περιέχουν 28 χάπια, η λήψη γίνεται συνεχώς, χωρίς διακοπή μεταξύ των συσκευασιών. Τα αντισυλληπτικά θα πρέπει να λαμβάνονται σε σταθερή ώρα κάθε μέρα και όχι λιγότερο από μια ώρα πριν ή μετά από γεύμα.Τα αντισυλληπτικά χάπια όμως συχνά εμφανίζουν παρενέργειες όπως για παράδειγμα ζάλη, ναυτία, έμετο, πονοκέφαλο και αύξηση βάρους. 

Στην ορμονική μέθοδο ανήκει και το χάπι της επόμενης μέρας, με το οποίο επιτυγχάνεται η επείγουσα μετασυνουσιακή αντισύλληψη. Αν υπάρχει φόβος πιθανής σύλληψης, η γυναίκα, το πολύ 48-72 ώρες μετά την επαφή, μπορεί να λάβει το ειδικό αυτό χάπι, το οποίο σε ποσοστό 99% εμποδίζει τη γονιμοποίηση του ωαρίου. 

Τέλος, μπορεί να χρησιμοποιηθεί και η χειρουργική μέθοδος. Εδώ περιλαμβάνεται η υστερεκτομή ή η απολίνωση των σαλπίγγων για τις γυναίκες και η διατομή των σπερματικών πόρων για τους άνδρες.

ΠΟΛΥΚΥΣΤΙΚΕΣ ΩΟΘΗΚΕΣ

Εκατομμύρια γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας σε όλο τον κόσμο πάσχουν από σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών, το οποίο μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο εκδηλώσεως πολλών προβλημάτων υγείας, ενώ παράλληλα ενδέχεται να πλήξει και τη γονιμότητά τους. Είναι μία γενικότερη ενδοκρινολογική διαταραχή ,κατά την οποία οι ωοθήκες είναι διογκωμένες και περιέχουν πολλαπλές μικρές κύστες. Τα πρώτα συμπτώματα εμφανίζονται συνήθως στην εφηβεία αν και σε πολλές γυναίκες μπορεί να εμφανιστούν αρκετά αργότερα. Τοσύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών απαντάται σε ποσοστό 10-15% των γυναικών.Το 25-30% των γυναικών μαθαίνουν ότι έχουν μορφολογία πολυκυστικών ωοθηκών  ωστόσο από αυτές τις γυναίκες μόνο οι μισές έχουν σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών, γιατί μόνο αυτές πληρούν τα κριτήρια του Rotterdam.

Σύμφωνα με τα κριτήρια αυτά, για να διαγνωστεί μία γυναίκα με σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών πρέπει να συνυπάρχουν τουλάχιστον δύο από τα τρία συμπτώματα που ακολουθούν:

1. Διαταραχές εμμήνου ρύσεως. Είναι το πιο συχνό χαρακτηριστικό σύμπτωμα. Αυτές οι διαταραχές εκδηλώνονται είτε με την μορφή της αραιομηνόρροιας που είναι η εμφάνιση εμμήνου ρύσεως σε αραιά διαστήματα άνω των 35 ημερών, είτε με την μορφή της αμηνόρροιας όπου πρακτικά έχουμε διακοπή της εμμήνου ρύσεως για διάστημα μεγαλύτερο των 6 μηνών. Η σπάνια έμμηνος ρύση ή η απουσία της σε ένα κορίτσι εφηβικής ηλικίας πρέπει πάντοτε να δημιουργεί υπόνοιες για ύπαρξη του συνδρόμου.

2. Βιοχημική ήκαι κλινική υπερανδρογοναιμία. Τα ανδρογόνα είναι οι ορμόνες του ανδρικού φύλου, τις οποίες φυσιολογικά συναντάμε σε μικρές ποσότητες και στις γυναίκες με σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών, μπορεί να παρατηρείται υπερπαραγωγή ανδρογόνων, η οποία ευθύνεται για συμπτώματα όπως η αυξημένη τριχοφυΐα στο πρόσωπο και στο σώμα, η αυξημένη λιπαρότητα και η ακμή των ενηλίκων και η σοβαρή εφηβική ακμή. Τα επίπεδα των ανδρογόνων αξιολογούνται με απλή εξέταση αίματος.

3. Ωοθήκες με χαρακτηριστική πολυκυστική μορφολογία ως υπερηχογραφικό εύρημα. Το υπερηχογράφημα έσω γεννητικών οργάνων μπορεί να δείξει ότι οι ωοθήκες είναι διογκωμένες και περιέχουν πολυάριθμες μικρές κύστεις με υγρό. Οι κύστεις έχουν δημιουργηθεί σε ωοθυλάκια, τα οποία θα έπρεπε να ωριμάσουν για να απελευθερώσουν το ωάριο που περιέχουν, αλλά αυτό δεν συνέβη. Υπάρχουν συγκεκριμένα κριτήρια όσον αφορά τον ελάχιστο αριθμό και μέγεθος των κύστεων ώστε η ωοθήκη να χαρακτηρίζεται ως πολυκυστική.

Άλλες εκδηλώσεις που συχνά συναντάμε σε γυναίκες με το σύνδρομο είναι η αύξηση του σωματικού βάρους και η παχυσαρκία, η μελανίζουσα ακάνθωση (σημεία πάχυνσης του δέρματος με σκούρο καφέ ή μαύρο χρώμα, κυρίως στον αυχένα, τα μπράτσα, κάτω από τους μαστούς ή στους μηρούς), ο πυελικός πόνος και η υπογονιμότητα (το σύνδρομο είναι μια από τις συχνότερες αιτίες γυναικείας υπογονιμότητας). Τέλος οι γυναίκες που πάσχουν από το σύνδρομο αυτό έχουν περισσότερες πιθανότητες να αναπτύξουν σακχαρώδη διαβήτη.

Για τη διάγνωση του συνδρόμου δεν υπάρχει μία και μοναδική εξέταση που να επιβεβαιώνει την παρουσία του. Θα πρέπει να ληφθεί πλήρες ιατρικό και οικογενειακό ιστορικό, να γίνει γυναικολογική εξέταση, υπερηχογράφημα έσω γεννητικών οργάνων, προσδιορισμός του ορμονικού προφίλ της γυναίκας καθώς και καμπύλες σακχάρου και ινσουλίνης. Ταυτόχρονα, θα πρέπει να αποκλειστεί οποιαδήποτε άλλη αιτία που σχετίζεται με αυξημένα επίπεδα των ανδρογόνων, όπως η συγγενής υπερπλασία των επινεφριδίων, οι ανδρογονοεκκριτικοί όγκοι και η υπερπρολακτιναιμία.

Η θεραπεία για το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών είναι οι αλλαγές στον τρόπο ζωής, που συνίσταται κυρίως σε απώλεια βάρους μέσω δίαιτας και στην αύξηση της φυσικής δραστηριότητας. Ακόμα και απώλεια βάρους ίση με το 5% του αρχικού σωματικού βάρους μπορείνα έχει θετική επίδραση και να μειώσει τα συμπτώματα του σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών. Είναι επίσης πιθανό να έχουν χαμηλότερα επίπεδα ανδρογόνων και αρτηριακής πίεσηςΚοινές φαρμακευτικές θεραπείες για το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών περιλαμβάνουν τα αντισυλληπτικά για την αποκατάσταση της περιόδου και μείωση των ανδρογόνων και ουσίες που αυξάνουν την ευαισθησία στην ινσουλίνη που επίσης ρυθμίζουν την περίοδο και μειώνουν την υπογονιμότητα. Με τη χορήγηση αντιανδρογόνων στο σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών βελτιώνεται η ακμή και η υπερτρίχωση.

Με τη σωστή διάγνωση και αντιμετώπιση, τα συμπτώματα του συνδρόμου των πολυκυστικών ωοθηκών μπορούν να βελτιωθούν σημαντικά και ο κίνδυνος για επιπλοκές να ελαχιστοποιηθεί.

 
 

HPV (HUMAN PAPILLOMA VIRUS)

Ο HPV είναι ένας ιός.  Ο ιός αποτελεί μία μη αυτοτελή μορφή ζωής . Η επιβίωση και ο πολλαπλασιασμός του προϋποθέτει την ενσωμάτωσή του σε ένα κύτταρο ξενιστή. Ο ιός των ανθρώπινων θηλωμάτων (HPV) είναι ένας ιός που περιέχει DNA στο γεννητικό του υλικό και τα κύτταρα του ανθρώπου αποτελούν τον ξενιστή τους .Υπάρχουν περισσότεροι από 200 διαφορετικοί τύποι HPV (ορότυποι) και διακρίνονται σε υψηλού ή χαμηλού κινδύνου ανάλογα με την δυνατότητά τους να προκαλέσουν ανάπτυξη καρκινικών ή άλλων βλαβών. Η λοίμωξη από τον HPV είναι η συνηθέστερη σεξουαλικώς  μεταδιδόμενη λοίμωξη (ΣΜΝ). Σχεδόν όλοι όσοι είναι σεξουαλικά ενεργοί θα έρθουν σε επαφή με μια λοίμωξη από τον HPV κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια της ζωής του.

Μέχρι στιγμής έχουν αναγνωρισθεί πάνω από 200  τύποι του ιού των θηλωμάτων  από τους οποίους οι 120 ορότυποι προσβάλουν τον ανθρωπο, και περίπου οι 40 είναι σεξουαλικά μεταδιδώμενοι. Μερικές μορφές του HPVμπορούν να προκαλέσουν κονδυλώματα, που δεν είναι καρκινογόνα. Ωστόσο, άλλες μορφές του ιού που επίσης επηρεάζουν τα γεννητικά όργανα, δεν προκαλούν κανένα σύμπτωμα.

Η εμμένουσα λοίμωξη με τους υψηλής και αμφιλεγόμενης-μεσαίας επικινδυνότητας υπότυπους του ιού HPV  έχει την τάση να μην υποστρέφει και να ενσωματώνεται στο ανθρώπινο γονιδίωμα (DNA) με αποτέλεσμα να οδηγεί αρχικά σε προκαρκινικές αλλοιώσεις,ενδοεπιθηλιακή νεοπλασία τραχήλου (CIN), ενδοεπιθηλιακή νεοπλασία του αιδοίου(VIN), ενδοεπιθηλιακή νεοπλασία του πέους (PIN) και ενδοεπιθηλιακή νεοπλασία του πρωκτού (AIN). Αυτές είναι προ-καρκινικές δυσπλασίες και ενδέχεται να εξελιχθούν σε καρκίνο. Ο καρκίνος του τραχήλου της μήτρας για να δημιουργηθεί πρέπει πρώτα να υπάρχει μόλυνση από τον HPV.

ΜΕΤΑΔΟΣΗ

Ο HPV μπορεί να μεταδοθεί από άτομο σε άτομο μέσω επαφής του δέρματος και των επιθηλίων, συνήθως κατά τη σεξουαλική επαφή, με υψηλά ποσοστά μεταδοτικότητας. Κάθε σεξουαλικά ενεργή γυναίκα κινδυνεύει να νοσήσει από τον ιό των ανθρωπίνων θηλωμάτων. Όσο μικρότερη ηλικιακά είναι μια γυναίκα τόσο ευκολότερα προσβάλλεται από τον HPV αλλά συγχρόνως καταφέρνει ευκολότερα να ξεπερνά την λοίμωξη. Αντίθετα οι μεγαλύτερες ηλικιακά γυναίκες προσβάλλονται δυσκολότερα από τον ιό αλλά όταν συμβαίνει αυτό, δυσκολεύονται περισσότερο να τον αποβάλλουν.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ

Η πρώτη εξέταση που προτείνει ο γυναικολόγος, σαν αρχικό τρόπο προσέγγισης, είναι το τεστ ΠΑΠ (screening test), το οποίο δίνει σε ποσοστό 90% αν η γυναίκα έχει προσληφθεί από τον ιό. Η δοκιμασία κατά Παπανικολάου αποτελεί μια κυτταρολογική εξέταση μέσω της οποίας αναγνωρίζονται τα προσβεβλημένα από τον ιό HPV κύτταρα καθώς και οι μεταγενέστερες επιδράσεις του ιού στα κύτταρα αυτά. Ο ιός όταν ενσωματώνει το γενετικό υλικό του στα κύτταρα του ξενιστή (κύτταρα του τραχήλου της μήτρας) προκαλεί μια σειρά από αλλαγές στην μορφολογία των κυττάρων αυτών. Οι συνηθέστερες αλλοιώσεις είναι οι χαμηλόβαθμες ενδοεπιθηλιακές βλάβες, σπανιότερα υψηλόβαθμες ενδοεπιθηλιακές βλάβες και σπανιότατα καρκινικές. Αν ο γιατρός υποψιαστεί ότι κάτι συμβαίνει, παρατηρώντας αυτήν την εξέταση, τότε προτείνεται η κολποσκόπηση ή η κατευθυνόμενη εκλεκτική βιοψία.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ

Όπως και πολλά άλλα Σεξουαλικώς Μεταδιδόμενα Νοσήματα (ΣΜΝ), η λοίμωξη από τον HPV συχνά δεν έχει συμπτώματα. Το μολυσμένο άτομο συνήθως δεν γνωρίζει ότι έχει μολυνθεί και μπορεί να περάσει εν αγνοία του τη μόλυνση σε άλλους.Οι τύποι 16 και 18 είναι οι πιο συχνοί και ευθύνονται συνολικά για το 75% περίπου των καρκίνων του τραχήλου της μήτρας και για το 55% περίπου των υψηλόβαθμων προκαρκινικών βλαβών (βαθμού 3) στο ίδιο σημείο.Οι τύποι 6 και 11 είναι οι πιο συχνοί από τους καλοήθεις τύπους και ενοχοποιούνται για το 90% περίπου των γεννητικών κονδυλωμάτων.

Δεν υπάρχουν ακριβή χρονοδιαγράμματα για την εξέλιξη της λοίμωξης από τον ιό HPV. Σύμφωνα με κάποια προτεινόμενα μοντέλα ο μέσος χρόνος που μεσολαβεί από την πρώτη επαφή με τον ιό μέχρι την εκδήλωση καρκίνου κυμαίνεται από 9 έως 15 έτη. Μικρότερα χρονικά διαστήματα μεσολαβούν από την πρωτολοίμωξη μέχρι την εμφάνιση των προκαρκινικών βλαβών. Οι χαμηλόβαθμες προκαρκινικές βλάβες (1ου βαθμού) δύνανται να αναγνωρισθούν μετά από 4 μήνες ενώ οι προκαρκινικές βλάβες 2ου βαθμού συνηθέστερα αναδεικνύονται μετά από 14 μήνες κατά μέσο όρο.

Πολλές συνήθειες, μπορούν να επηρεάσουν την εξέλιξη της νόσου και να την εντείνουν. Μερικοί από αυτούς είναι το κάπνισμα, η αυξημένη κατανάλωση αλκοόλ, η συχνή αλλαγή ερωτικών συντρόφων, άλλου είδους σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα που μπορεί να έχουν προσβάλει το άτομο.

ΠΡΟΛΗΨΗ

Όπως είναι ευρέως γνωστό, η πρόληψη είναι το πρώτο βήμα για την καταπολέμηση των παθολογικών καταστάσεων, για αυτό το κάθε άτομο πρέπει να γνωρίζει, να πληροφορείται και να πραγματοποιεί όλες τις εξετάσεις που πρέπει, σε τακτά χρονικά διαστήματα.Η χρήση προφυλακτικού συνιστάται, ωστόσο μόνο περιορίζει και δεν αποκλείει εντελώς τον κίνδυνο μετάδοσης του ιού. Από πρόσφατες μελέτες φαίνεται ότι η χρήση προφυλακτικού για λίγους μήνες μετά τη θεραπεία, περιορίζει και το ποσοστό υποτροπών. Στις γυναίκες για παράδειγμα, κρίνεται απαραίτητο το τεστ ΠΑΠ. Από τον Ιούνιο του 2006 μάλιστα, έχει κατασκευαστεί εμβόλιο, το οποίο προφυλάσσει από την μόλυνση από πολλούς τύπους HPV. Τα αποτελέσματα του εμβολιασμού, όπως προέκυψε από κορίτσια (9-26 ετών) είναι 100% αποτελεσματικά. 

ΘΕΡΑΠΕΙΑ

Οι θεραπείες που καταπολεμούν και εξαρθρώνουν τα κονδυλώματα, χωρίζονται σε δύο κατηγορίες, από τις οποίες ο γιατρός είναι αυτός που επιλέγει σε ποια ανταποκρίνεται η κάθε ασθενής.

Θεραπείες που ύστερα από εντολή γυναικολόγου, εφαρμόζονται από την ίδια την πάσχουσα. Σε αυτήν την κατηγορία, συνήθως ανήκουν άτομα, τα οποία έχουν εμφανίσει τον ιό στην ήπια μορφή του. Η αγωγή περιλαμβάνει κρέμες και αλοιφές που περιέχουν τις κατάλληλες ουσίες για την εξάλειψη των κονδυλωμάτων. Τα μειονεκτήματα που μπορεί να παρουσιαστούν σε αυτές τις περιπτώσεις, συνήθως έχουν να κάνουν με υποτροπές, οι οποίες παρουσιάζονται σε σύντομο χρονικό διάστημα από την ολοκλήρωση της θεραπείας. Επίσης, υπάρχει περίπτωση η γυναίκα να μην εφαρμόσει σωστά την θεραπεία και να προκαλέσει ερεθισμούς και στις γύρω υγιείς δερματικές περιοχές.

Επεμβατικές θεραπείες από τον γυναικολόγο. Ουσιαστικά χωρίζονται σε τρεις μεγάλες κατηγορίες, που αποτελούν και τις πιο σύγχρονες και ασφαλείς. Η κρυοπηξία είναι η πρώτη θεραπεία, η οποία εφαρμόζεται εδώ και πενήντα χρόνια περίπου. Μέσω της ψύξης των κονδυλωμάτων, μπορεί να τα νεκρώσει και να τα εξοντώσει. Ενδείκνυται για μικρά και πολλά κονδυλώματα. Η ηλεκτροκαυτηρίαση ή διαθερμοπηξία είναι μία ακόμα μέθοδος, που επιχειρεί με ραδιοκύματα να αντιμετωπίσει τα κονδυλώματα. Πρόκειται για μία μέθοδο, η οποία είναι αποτελεσματική και ανώδυνη. Η θεραπεία Laser CO2 είναι η πιο σύγχρονη και διαδεδομένη μέθοδος, που χρησιμοποιείται και προτείνεται από τους περισσότερους γυναικολόγους. Το συγκριτικό πλεονέκτημα σε σχέση με τις άλλες δύο μικροεπεμβατικές μεθόδους, είναι η πλήρη εξάλειψη των κονδυλωμάτων αφενός και αφετέρου η επιλεκτική δράση του laser, η οποία επηρεάζει μόνο την πάσχουσα περιοχή και όχι τις γύρω υγιείς δερματικές περιοχές. 

Γυναικολογία

ΙΝΟΜΥΩΜΑΤΑ

Τα ινομυώματα (ή λειομυώματα) είναι καλοήθεις και συνήθως ασυμπτωματικοί όγκοι που εντοπίζονται στον μυικό χιτώνα του τοιχώματος της μήτρας (μυομήτριο). Απαρτίζονται από διογκωμένες λείες μυικές ίνες και ινώδη συνδετικό ιστό. Εμφανίζονται σε γυναίκες  αναπαραγωγικής ηλικίας, ενώ μετά την εμμηνόπαυση έχει παρατηρηθεί ότι υποστρέφουν, δηλαδή μειώνονται σε μέγεθος. Σε ποσοστό μικρότερο του 1% μπορούν να εξελιχθούν σε κακοήθεια. Εκτιμάται ότι μια στις πέντε γυναίκες ηλικίας άνω των 35 ετών έχουν ένα ή περισσότερα ινομυώματα. Οι περισσότεροι όγκοι είναι καλοήθεις και δεν προκαλούν συμπτώματα. Το εύρος των διαστάσεων τους ποικίλει, από πολύ λίγα εκατοστάέως και ινομυώματα που καταλαμβάνουν ολόκληρη την περιτοναϊκή κοιλότητα. Υπάρχουν διαφορετικοί τύποι ινομυωμάτων ανάλογα με τη θέση που αναπτύσσονται στην μήτρα. Διακρίνονται στα υπορογόνια που βρίσκονται στην εξωτερική επιφάνεια της μήτρας, τα ενδοτοιχωματικά και τα υποβλενογόνια, τα οποία προβάλουν μέσα στην  κοιλότητα της μήτρας.

Η αιτιολογία της δημιουργίας των ινομυωμάτων παραμένει άγνωστη.Ένας από τους πιο σημαντικούς παράγοντες που έχουν ενοχοποιηθεί για το σχηματισμό των όγκων αυτών είναι τα οιστρογόνα. Το μέγεθος των ινομυωμάτων ελαττώνεται όταν το επίπεδο των οιστρογόνων στο σώμα είναι χαμηλό όπως μετά την κύηση ή στην εμμηνόπαυση, οπότε και οι ωοθήκες σταματούν να παράγουν οιστρογόνα. Η καλύτερη μέθοδος για τη διάγνωση των ινομυωμάτων είναι το κολπικό υπερηχογράφημα. Η διάγνωση επίσης  μπορεί να γίνει από τα συμπτώματα της ασθενούς συνδυαστικά με τα ευρήματα της γυναικολογικής εξέτασης από τον ειδικό γιατρό. Επιπλέον η μαγνητική ή αξονική τομογραφία και η  υστεροσαλπιγγογραφία μπορούν να βοηθήσουν όταν το υπερηχογράφημα δεν παρέχει αρκετές πληροφορίες για την τελική διάγνωση.

 

Τα ινομυώματα, ειδικά πριν την ανάπτυξή τους, μπορεί να μην προκαλούν συμπτώματα και πολλές φορές  ανακαλύπτονται τυχαία κατά τη γυναικολογική εξέταση. Η βαρύτητα των συμπτωμάτων όταν εμφανιστούν εξαρτάται από τη θέση και το μέγεθος του ινομυώματος. Το συνηθέστερο σύμπτωμα είναι η αυξημένη απώλεια αίματος κατά τη διάρκεια της περιόδου. Άλλα πιθανά συμπτώματα είναι ο πόνος κατά την περίοδο ή τη σεξουαλική επαφή, καθώς και μια βαθιά ενόχληση ή αίσθημα βάρους στο κάτω μέρος της κοιλιάς. Σε ορισμένες περιπτώσεις  όπως μεγάλα ινομυώματα μπορούν να πιέσουν εξωτερικά την ουροδόχο κύστη, το έντερο ή και τα νεύρα του νωτιαίου μυελού και αντίστοιχα να προκαλέσουν συχνοουρία , δυσκοιλιότητα  ή και οσφυαλγία. Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης τα ινομυώματα συχνά γίνονται αιτία αποβολής, αιμορραγίας ή πρόωρου τοκετού. Τα υποβλεννογόνια ινομυώματα μπορούν να εμποδίσουν την εμφύτευση και ανάπτυξη του εμβρύου μέσα στη μήτρα και έχουν ενοχοποιηθεί για υπογονιμότητα και καθ’ έξιν αποβολές.


Η αντιμετώπιση των ινομυωμάτων ποικίλει ανάλογα με τη θέση, τον τύπο, το μέγεθος του ινομυώματος, τη συμπτωματολογία και την ηλικία της γυναίκας. 

 

Εάν η ασθενής είναι ασυμπτωματική και δεν έχει ενοχλήματα τα ινομυώματα δεν χρειάζονται ειδική θεραπεία. Χρειάζεται όμως περιοδική παρακολούθηση με κολπική υπερηχογραφία κάθε 6-12 μήνες. Οι τυχόν αλλαγές του μεγέθους ή της συστάσεως του ινομυώματος θα πρέπει να αξιολογούνται από τον γυναικολόγο σύμφωνα με την ηλικία και την κλινική εικόνα της ασθενούς.

 

Σε περίπτωση που προκαλούν συμπτώματα συστήνεται η αφαίρεση τους.Η χειρουργική αφαίρεση (ινομυωματεκτομή) κρίνεται απαραίτητη όταν τα ινομυώματα πολλαπλασιάζονται με ταχείς ρυθμούς, προκαλούν υπογονιμότητα  ή είναι αιτία αποβολών και όταν δημιουργούν πυελικό άλγος.

 

Τα ινομυώματα, ανάλογα με την ανατομική τους θέση, μπορούν να αφαιρεθούν είτε λαπαροσκοπικάή υστεροσκοπικάείτε με την κλασική ανοικτή μέθοδο της λαπαροτομίας, υστερεκτομή. Μετά την αφαίρεση του ινομυώματος ο χρόνος αποκατάστασης είναι πολύ μικρός, ο πόνος ελάχιστος έως μηδαμινός και το αισθητικό αποτέλεσμα της επέμβασης άρτιο. Πολύ γρήγορα, λοιπόν, η γυναίκα μπορεί να επιστρέψει εκ νέου στην καθημερινή της δραστηριότητα.

 

Δεν υπάρχει φαρμακευτική αγωγή για την πλήρη αφαίρεση τους. Πολλές φορές χορηγούνται GnRH ανάλογα  προεγχειρητικά, προκειμένου να μειωθούν σε μέγεθος.

ΕΝΔΟΜΗΤΡΙΩΣΗ

Η ενδομητρίωση είναι μια καλοήθης πάθηση, που χαρακτηρίζεται από την έκτοπη ανάπτυξη ενδομητρικού ιστού εκτός μήτρας. Το ενδομήτριο είναι ο βλεννογόνος χιτώνας της μήτρας και απαντά στη δράση των ορμονών κατά τη διάρκεια του εμμηνορυσιακού κύκλου. Στην αρχή του κύκλου, τα οιστρογόνα που εκκρίνονται από τις ωοθήκες προκαλούν πάχυνση του ενδομήτριου και, μετά την ωοθυλακιορρηξία, η προγεστερόνη που εκκρίνεται από το ωχρό σωμάτιο καθιστά δυνατή την εμφύτευση του γονιμοποιημένου ωαρίου. Η αδυναμία αποβολής του ενδομητρίου σε αυτή την μορφή οδηγεί στην εμφάνιση της ενδομητρίωσης.

Όταν το ενδομήτριο βρίσκεται εκτός της μητρικής κοιλότητας τότε γίνεται λόγος για ενδομητρίωση. Όταν αυτή η ανάπτυξη συμβαίνει έξω από την μήτρα, ο ιστός μπορεί να προκαλέσει επίπονα εμφυτεύματα, συνήθως στις ωοθήκες και στους συνδέσμους που στηρίζουν τη μήτρα. Άλλα πιθανά σημεία για ενδομητριακές αναπτύξεις είναι η κύστη, το έντερο και ο κόλπος. Από την έκταση των εστιών της ενδομητρίωσης προσδιορίζεται και ο βαθμός της νόσου.

Η αιτιολογία της ενδομητρίωσης δεν έχει αποσαφηνιστεί πλήρως μολονότι έχουν διατυπωθεί διάφορες θεωρίες. Προσβάλλει  περίπου το 10% των γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας.Τα πιο συνηθισμένα συμπτώματα της πάθησης είναι έντονοι πόνοι και κράμπες στην κοιλιά τόσο λίγο πριν από την περίοδο, όσο και κατά τη διάρκειά της, ο πόνος χαμηλά στην κοιλιά και πίσω στη λεκάνη εκτός της εμμήνου ρύσης, ο πόνος κατά τη σεξουαλική επαφή, η μεγάλη απώλεια αίματος κατά την περίοδο, οι γαστρεντερικές ενοχλήσεις, η επώδυνη και συχνή ούρηση και το αίσθημα κόπωσης.

Ένα από τα πιο σοβαρά προβλήματα που προκαλεί η ενδομητρίωση είναι η υπογονιμότητα. Το 40% περίπου των γυναικών που έχουν διαγνωστεί με ενδομητρίωση έχουν προβλήματα υπογονιμότητας. Επίσης έχει παρατηρηθεί ότι μία στις τρεις γυναίκες με πρόβλημα υπογονιμότητας πάσχει από ενδομητρίωση. Μετά από θεραπεία η γονιμότητα συχνά αποκαθίσταται και η εγκυμοσύνη καθίσταται έτσι εφικτή.

Η διάγνωση της νόσου γίνεται συνδυαστικά από την λεπτομερή λήψη ιστορικού και την αξιολόγηση συμπτωμάτων όπως η δυσμηνόρροια και η δυσπαρεύνεια, και με την συμβολή κάποιων απεικονιστικών εξετάσεων όπως ο υπέρηχος και αιματολογικών εξετάσεων. Η οριστική ωστόσο διάγνωση θα γίνει με τη βοήθεια της λαπαροσκόπησης κατά τη διάρκεια της οποίας θα γίνει και η ταξινόμηση της νόσου αλλά και η εξαίρεση όσο περισσότερων εστιών γίνεται.

Η θεραπεία της ενδομητρίωσης μπορεί να είναι φαρμακευτική, χειρουργική ή συνδυασμός και των δύο.  Ο σκοπός της χειρουργικής θεραπείας είναι η αφαίρεση ενδομητριακών εμφυτευμάτων ή και των οργάνων που έχουν επηρεαστεί από την πάθηση. Η χειρουργική αντιμετώπιση αποτελεί μια σύγχρονη και αποτελεσματική μέθοδο για γυναίκες που επιθυμούν τεκνοποίηση. Ο σκοπός της φαρμακευτικής αγωγής είναι η καταστολή των ορμονών που διεγείρουν την ανάπτυξη των ενδομητριακών εστιών.

Το είδος της θεραπείας εξαρτάται από την ηλικία της ασθενούς, την επιθυμία για εγκυμοσύνη, την ένταση και διάρκεια των συμπτωμάτων, το στάδιο της νόσου και εάν πρόκειται για πρωτοπαθή νόσο η υποτροπή.Σε κάθε περίπτωση η ενδομητρίωση θα πρέπει να αντιμετωπίζεται είτε με φάρμακα, είτε με χειρουργείο όσο το δυνατόν γρηγορότερα αφού δυστυχώς τείνει να επιδεινώνεται με την πάροδο του χρόνου.

 

ΕΜΜΗΝΟΠΑΥΣΗ

Εμμηνόπαυση είναι η μόνιμη διακοπή της εμμήνου ρύσεως για περίοδο τουλάχιστον 12 συνεχόμενων μηνών, απουσία άλλης παθολογικής κατάστασης. Αποτελεί φυσιολογική εξέλιξη στη ζωή μιας γυναίκας. Ο μέσος όρος ηλικίας εμμηνόπαυσης  είναι τα 52 έτη. Εμμηνόπαυση στα 40 έτη θεωρείται παθολογική κατάσταση και ονομάζεται πρόωρη ή πρώιμη εμμηνόπαυση.

Η περίοδος που οδηγεί από την αναπαραγωγική ηλικία στην εμμηνόπαυση και κατά την οποία συντελούνται σταδιακά οι ορμονικές και σωματικές αλλαγές λέγεται κλιμακτήριος. Η κλιμακτήριος διαρκεί συνήθως 1-2 χρόνια αλλά μπορεί να φτάσει έως και 5 χρόνια.

Τα κύρια συμπτώματα που αντιμετωπίζουν οι περισσότερες γυναίκες κατά την εμμηνόπαυση είναι οι διαταραχές στην περίοδο, οι μεταπτώσεις στη διάθεση και οι εξάψεις. Οι εξάψεις κάνουν την εμφάνισή τους ήδη κατά το περιεμμηνοπαυσιακό διάστημα και στην πλειοψηφία των γυναικών συνεχίζονται για αρκετά ακόμα έτη. Υψηλοί παλμοί, ξηρότητα του κόλπου, μείωση σεξουαλικής επιθυμίας, αδυναμία, ίλιγγος, λιποθυμικές τάσεις, κεφαλαλγίες, διαταραχές του ύπνου, ρυτίδωση του δέρματος, ψυχολογικές μεταπτώσεις, δυσουρία και ατροφία μαστών είναι άλλα, εξίσου επώδυνα συμπτώματα, μερικά εκ των οποίων συνδέονται με υποοιστρογοναιμία, την απότομη δηλαδή πτώση των οιστρογόνων λόγω μεταβολών του θερμορυθμιστικού κέντρου του υποθαλάμου.

Η εμμηνόπαυση διαγιγνώσκεται κλινικά και επιβεβαιώνεται με ορμονικό έλεγχο. Οι υψηλές τιμές της ωοθυλακιοτρόπου ορμόνης FSH σε συνδυασμό με την έλλειψη οιστρογόνου, που εντοπίζεται μέσω του τεστ ΠΑΠ, είναι τα στοιχεία εκείνα που επιβεβαιώνουν την οριστική παύση της λειτουργίας των ωοθηκών. Η παρακολούθηση και η αντιμετώπιση των συμπτωμάτων της εμμηνόπαυσης έχουν ένα και συγκεκριμένο σκοπό. Τη βελτίωση της ποιότητας ζωής της γυναίκας. Προκειμένου να αντιμετωπιστούν τα προαναφερθέντα άμεσα συμπτώματα της εμμηνόπαυσης και να προληφθούν πιθανές μελλοντικές επιπλοκές, συστήνεται η θεραπεία ορμονικής αποκατάστασης.

Η προσέγγιση θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να είναι εξατομικευμένη, και να αντιμετωπίζει τα συμπτώματα που ενοχλούν περισσότερο. Η χρήση τοπικών οιστρογόνων με τη μορφή κολπικής κρέμας βοηθάει στην βελτίωση της ατροφίας του κόλπου, σκευάσματα φαρμακευτικά βοηθούν στην αποκατάσταση ή την μείωση του ρυθμού απώλειας οστικής μάζας. 

Υπάρχουν επίσης σκευάσματα ορμονικής υποκατάστασης που ουσιαστικά μιμούνται τη δράση των οιστρογόνων βελτιώνοντας το σύνολο των συμπτωμάτων.Σε καμία περίπτωση η θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης δεν μπορεί να γίνεται για μεγάλο χρονικό διάστημα και χωρίς να έχει προηγηθεί λεπτομερής έλεγχος της γυναίκας γιατί σε ορισμένες περιπτώσεις ελλοχεύουν κίνδυνοι. Εκτός από τα ορμονικά σκευάσματα, τα συμπτώματα μπορούν να μειωθούν με καλή διατροφή, μείωση βάρους, άσκηση, διακοπή καπνίσματος και λήψη ασβεστίου και βιταμινών.

ΛΑΠΑΡΟΣΚΟΠΗΣΗ

H Λαπαροσκοπική Χειρουργική αποτελεί μια από τις σημαντικότερες εξελίξεις της Χειρουργικής και εφαρμόζεται ευρέως τόσο στη γενική χειρουργική, όσο και στη γυναικολογία. Η τεχνική της λαπαροσκόπησης βασίζεται στην επισκόπηση με τηλεσκοπική κάμερα οπτικής ίνας, των έσω οργάνων, χωρίς την ανάγκη διάνοιξης των κοιλιακών τοιχωμάτων. Ολόκληρη η επέμβαση προβάλλεται σε οθόνες τηλεόρασης απ’ όπου ο χειρουργός βλέπει ,χειρουργείκαι αυτό καταγράφεται ψηφιακά. Η επέμβαση αυτή γίνεται συνήθως με γενική αναισθησία.

Πλέον με την εξέλιξη της λαπαροσκοπικής χειρουργικής σχεδόν το σύνολο των γυναικολογικών επεμβάσεων γίνεται λαπαροσκοπικά. Ακόμη κι όταν αναφερόμαστε σε κακοήθεις γυναικολογικές παθήσεις.Οι κυριότερες εφαρμογές της λαπαροσκόπησης στη γυναικολογία είναι:

  • Διερεύνηση της υπογονιμότητας
  • Αφαίρεση των σαλπίγγων
  • Διάγνωση και θεραπεία της ενδομητρίωσης
  • Αφαίρεση και θεραπεία κύστεων στις ωοθήκες
  • Διάγνωση και θεραπεία στα ινομυώματα
  • Θεραπεία πρόπτωσης της μήτρας
  • Καθαρισμός των πυελικών οργάνων σε περίπτωση καρκινώματος στα πυελικά όργανα
  • Λαπαροσκοπική υστερεκτομή και αφαίρεση τραχήλου, χωρίς κολποτομή

Πολλές παθολογικές καταστάσεις μπορούν να θεραπευθούν με τη χρήση αυτής της μεθόδου. Επιπλέον τα πλεονεκτήματα της μεθόδου αυτής, είναι το γεγονός ότι η νοσηλεία είναι βραχεία (από λίγες ώρες έως ένα 24ωρο), ότι αποφεύγεται ο κίνδυνος μετεγχειρητικών επιπλοκών αλλά και ότι ελαχιστοποιείται ο μετεγχειρητικός πόνος.Μειώνεται το εγχειρητικό στρες. Ακόμα, η συνολική διάρκεια της επέμβασης είναι μικρότερη σε σχέση με άλλες διαδικασίες ενώ διευκολύνεται σημαντικά και η επάνοδος στην καθημερινότητα αλλά και την εργασία.Τέλος, το αισθητικό αποτέλεσμα είναι άριστο. 


ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ

Πριν από τη λαπαροσκόπηση πρέπει να γίνουν βασικές εξετάσεις προεγχειρητικού ελέγχου όπως εξετάσεις αίματος, ανάλυση ούρων, ηλεκτροκαρδιογράφημα (ΗΚΓ) και μπορεί να χρειαστεί ακτινογραφία θώρακα. Μπορεί επίσης να χρειαστούν εξειδικευμένες απεικονιστικές εξετάσεις, όπως αξονική ή μαγνητική τομογραφία, ανάλογα με την περίπτωση.

Είναι καλό το έντερο να έχει αδειάσει πριν την επέμβαση, ειδικά για πιο περίπλοκες λαπαροσκοπικές επεμβάσεις. Συστήνεται υδρική δίαιτα με σούπες την προηγούμενη ημέρα.Θα χρειαστεί να είστε νηστική για τουλάχιστον 8 ώρες πριν από τη λαπαροσκόπηση.

 

ΥΣΤΕΡΟΣΚΟΠΗΣΗ


Η υστεροσκόπηση είναι μια μέθοδος που απευθύνεται κυρίως σε ασθενείς με υπογονιμότητα ή ιστορικό αποβολών και γενικότερα για τη διάγνωση και τη θεραπεία των παθήσεων του ενδομητρίου. Είναι η μέθοδος της ενδοσκοπικής χειρουργικής με την οποία ελέγχεται το εσωτερικό της κοιλότητα της μήτρας, δηλαδή το ενδομήτριο. Η υστεροσκόπηση επιτρέπει να εξεταστεί το σχήμα της κοιλότητας της μήτρας, η ύπαρξη ενδομήτριας παθολογίας (π.χ. πολύποδας ενδομητρίου), η τραχηλική κοιλότητα και τα στόμια των σαλπίγγων στην μήτρα. Η επέμβαση διενεργείται με τη βοήθεια ενός λεπτού τηλεσκοπίου (υστεροσκόπιο) που εισάγεται μέσω του κόλπου και του τραχήλου στην ενδομητρική κοιλότητα, χωρίς τομές. Υπάρχουν δύο είδη υστεροσκόπησης η διαγνωστική και η επεμβατική.

ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΗ ΥΣΤΕΡΟΣΚΟΠΗΣΗ

Μπορεί να πραγματοποιηθεί και στο ιδιωτικό ιατρείο, καθώς δεν είναι αναγκαία η ολική αναισθησία με την προυπόθεση να υπάρχει ο κατάλληλος εξοπλισμός. Είναι μια καθαρά διαγνωστική διαδικασία και η ασθενής έπειτα από την εξέταση είναι σε θέση να επιστρέψει στις δραστηριότητές. Συνίσταται να αποφεύγονται οι σεξουαλικές και οι κολπικές πλύσεις για τουλάχιστον διάστημα δύο ημερών. Ένα πολύ λεπτό τηλεσκόπιο (περίπου 3 χιλιοστά) εισάγεται μέσα από τον κόλπο και τον τράχηλο  στην κοιλότητα της μήτρας. Η διαγνωστική υστεροσκόπηση ενδείκνυται στις εξής περιπτώσεις:

  • Υπερηχογραφική υποψία για ενδομήτρια παθολογία, δηλαδή πολύποδα ή ινομύωμα στην κοιλότητα της μήτρας.
  • Αποτυχημένες προσπάθειες εξωσωματικής γονιμοποίησης.
  • Αιμορραγία στην εμμηνόπαυση.
  • Υποψία ενδομήτριων συμφύσεων.
  • Αφαίρεση ενδομήτριου σπειράματος (σπιράλ).

Πλεονεκτεί σε σχέση με «τυφλές μεθόδους»  όπως η απλή απόξεση της μήτρας, καθώς μπορούμε να αποδείξουμε την ύπαρξη της βλάβης και να την αφαιρέσουμε.

ΕΠΕΜΒΑΤΙΚΗ ΥΣΤΕΡΟΣΚΟΠΗΣΗ

Αποτελεί σύγχρονη, ασφαλή και ταχεία μέθοδο χειρουργικής αντιμετώπισης των καλοηθών παθολογικών καταστάσεων της κοιλότητας της μήτρας. Ο απαιτούμενος χειρουργικός χρόνος για την εκτέλεση της επέμβασης είναι σημαντικά μικρότερος από τον αντίστοιχο χρόνο για την ίδια επέμβαση με λαπαροτομία. Το οπτικό εργαλείο που εισάγεται διά μέσω του κόλπου στη μήτρα έχει μεγαλύτερο πάχος ανάλογα με την εκάστοτε επέμβαση. Με τη χρήση μικρών εργαλείων και χωρίς τομές, μπορεί να γίνει:

  • Αφαίρεση ινομυωμάτωνπου προβάλουν στην κοιλότητα της μήτρας (υποβλεννογόνια ινομυώματα).
  • Αφαίρεση πολυπόδωντου ενδομητρίου.
  • Λύση ενδομήτριων συμφύσεων.

Διόρθωση συγγενών ανωμαλιών της μήτρας, όπως για παράδειγμα το διάφραγμα της  μήτρας.

Εφαρμόζεται κυρίως στις περιπτώσεις όπου εντοπίζονται ανωμαλίες της μήτρας. Χαρακτηριστικές περιπτώσεις αποτελούν η δίκερος μήτρα ή η διαφραγματική. Είναι σημαντικό να επισημανθεί πως η επεμβατική υστεροσκόπηση αποτελεί την «επανάσταση» της τεχνολογίας στον γυναικολογικό τομέα καθώς παλαιότερα τέτοιου είδους επεμβάσεις απαιτούσαν λαπαροτομία και διάνοιξη της μήτρας με αρκετές ημέρες νοσηλείας.

ΠΡΟΕΓΧΕΙΡΗΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Αρχικά, όπως επιβάλλεται από τις βασικές ιατρικές και χειρουργικές οδηγίες, είναι βασική η λεπτομερής λήψη γυναικολογικού ιστορικού, η κλινική εξέταση, η εργαστηριακή διερεύνηση και ο απεικονιστικός έλεγχος.

Έπειτα, ιδιαίτερα σημαντικό είναι να γίνεται έλεγχος για καρδιοαναπνευστικά, νεφρικά και άλλα γενικά νοσήματα δεδομένου ότι κατά την υστεροσκοπική επέμβαση γίνεται ενδαγγείωση σημαντικών ποσοτήτων υγρών που μπορεί να οδηγήσουν σε σοβαρές ηλεκτρολυτικές διαταραχές ή και πνευμονικό και εγκεφαλικό οίδημα και θάνατο.Η προεγχειρητική διαδικασία διαφέρει ανά διαγνωστική περιοχή και οι τεχνικές που εφαρμόζονται επιλέγονται από τον θεράπων ιατρό.

ΜΕΤΕΓΧΕΙΡΗΤΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ

Τα μετεγχειρητικά σημάδια είναι κυρίως άλγος (πόνος) στην περιοχή της πυέλου, όμοιος με πόνο περιόδου που διαρκεί 1-2 ημέρες και ήπια κολπική αιμόρροια.
Τα παραπάνω ανάλογα με το μέγεθος της επεμβάσεως, υποχωρούν σταδιακά και αντιμετωπίζονται κυρίως με αναλγητικά Χορηγείται προφυλακτική αντιβίωση για δύο ημέρες και γίνεται σύσταση για αποφυγή σεξουαλικών επαφών για τουλάχιστον 48 ώρες.

Επικοινωνία

Δρ Χρήστος Δραγαμεστιανός

Μαιευτήρας, Χειρουργός, Γυναικολόγος
ΙΑΣΩ
Λεωφόρος Θηβών 116, 182 33 Αθήνα
Τηλέφωνο: +30 697 489 0079
e-mail: dragamestianos@gmail.com